slider-1
slider-2
slider-3
slider-4
slider-5
slider-6
slider-7
slider-8
slider-9
slider-10
previous arrow
next arrow
Shadow

Η ΜΑΧΗ ΤΩΝ ΘΕΡΜΟΠΥΛΩΝ ΤΟ 480 Π.Χ.

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΜΑΧΗ

Ξεχωριστή αξία για την περιοχή, αλλά και όλη την Ελλάδα, δικαίως έχει η μάχη των Θερμοπυλών. Η μορφολογία του εδάφους έχει αλλάξει ασφαλώς σήμερα, καθώς ο Σπερχειός ποταμός με τις προσχώσεις του έχει αλλοιώσει και αλλάξει το τοπίο του 480 π. Χ.

Οι Έλληνες, το καλοκαίρι του 480 π. Χ., αποφάσισαν να αντισταθούν στην κατάβαση των Περσών προς τον νότο. Ιδανική θέση αποτελούσε η περιοχή των Θερμοπυλών, καθώς ο δρόμος στένευε υπερβολικά για μία έκταση 9 χιλιομέτρων περίπου. Μάλιστα ο ταξιδιώτης έπρεπε να περάσει υποχρεωτικά από τρία πολύ στενά σημεία ανάμεσα στο βουνό και στη θάλασσα, αν ήθελε να διανύσει τις Θερμοπύλες.

Στα στενά των Θερμοπυλών, λοιπόν, στρατοπέδευσε ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Λεωνίδας με 300 γενναίους πολεμιστές του. Επίσης, 1000 Μαλιείς τάχθηκαν στο πλευρό του, όπως, επίσης, και πολεμιστές από την Τεγέα, τη Μαντίνεια, την υπόλοιπη Πελοπόννησο, τις Θεσπιές και τη Θήβα. Τα τμήματα των άλλων πόλεων διοικούνταν το καθένα από δικούς του αξιωματικούς, αλλά γενικός διοικητής του στρατού ήταν ο Σπαρτιάτης Λεωνίδας που απολάμβανε τον θαυμασμό όλων. Ο περσικός στρατός στρατοπέδευσε στην Τραχίνα, περιοχή ανάμεσα στους ποταμούς Μέλανα και Ασωπό, περίπου 4-5 χιλιόμετρα από τις Θερμοπύλες.

ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ (πηγή: Κορμάζου Παρασκευή)

Ο Ξέρξης έστειλε έναν ιππέα ως κατάσκοπο στο στρατόπεδο των Ελλήνων. Αυτός, ωστόσο, έμεινε έκπληκτος, όταν προσέγγισε την ελληνική πλευρά, καθώς, έξω από ένα τείχος που είχαν οικοδομήσει οι Έλληνες για να προστατεύονται οι πολεμιστές,  αντίκρισε λίγους Σπαρτιάτες να γυμνάζονται ή να χτενίζουν τα μαλλιά τους.  Ο Πέρσης κατάσκοπος τους κοίταζε κατάπληκτος και, στη συνέχεια, γύρισε με ηρεμία στο στρατόπεδό του, αφού δεν προσπάθησε κανείς να τον αιχμαλωτίσει.  Την ίδια αντίδραση είχε και ο Ξέρξης, όταν τον πληροφόρησε ο κατάσκοπός του. Επιχειρώντας να ερμηνεύσει τη στάση των Σπαρτιατών απευθύνθηκε στον Δημάρατο, έναν έκπτωτο Σπαρτιάτη βασιλιά, ο οποίος ελπίζοντας να ανακτήσει τον θρόνο του, είχε ακολουθήσει τους Πέρσες στην εκστρατεία τους. Ο Δημάρατος εξήγησε στον Ξέρξη ότι οι Σπαρτιάτες κατάγονταν από το καλύτερο βασίλειο της Ελλάδας με τους γενναιότερους άνδρες.

(Ιστορίαι Ηροδότου, 1875)

ΟΙ ΔΥΟ ΠΡΩΤΕΣ ΜΕΡΕΣ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

 Ο Ξέρξης δεν πείστηκε από τον Δημάρατο, που εκθείασε τη γενναιότητα των Σπαρτιατών, και περίμενε να οπισθοχωρήσουν ή να παραδοθούν σε τέσσερις μέρες. Την πέμπτη μέρα, έστειλε τους Μήδους και τους Κισσίους να πολεμήσουν με τους Σπαρτιάτες με ταυτόχρονη διαταγή να τους συλλάβουν ζωντανούς και να τους οδηγήσουν μπροστά του. Ωστόσο, οι Μήδοι ηττήθηκαν συντριπτικά.

ΤΟ ΜΝΗΜΕΙΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΘΕΣΠΙΕΙΣ (πηγή: Κορμάζου Παρασκευή)

Τελικά στη θέση τους εστάλησαν οι Αθάνατοι, επίλεκτοι Πέρσες στρατιώτες με αρχηγό τον Υδάρνη. Η επίθεσή τους αποκρούστηκε και αυτή τη φορά επιτυχώς από τον Λεωνίδα. Οι λόγοι ήταν πολλοί, κυρίως γιατί οι Έλληνες διέθεταν καλύτερο εξοπλισμό, αλλά και καλύτερη τεχνική. Μάλιστα χρησιμοποιούσαν και τεχνάσματα εναντίον των Περσών. Συγκεκριμένα, έκαναν όλοι μαζί μεταβολή και προσποιούνταν ότι υποχωρούσαν έντρομοι, όποτε οι εχθροί τους καταδίωκαν με ποδοβολητό και ιαχές. Αυτοί, όμως, τη στιγμή που τους προλάβαιναν οι Πέρσες, γύριζαν και τους αντιμετώπιζαν, προκαλώντας τους τεράστιες απώλειες στη νέα μάχη που ξεσπούσε.

Επομένως, οι Πέρσες πιέζονταν πάρα πολύ, αφού δεν μπορούσαν να παρατάξουν το σύνολο του στρατού τους, εξαιτίας της στενότητας του τόπου. Το ίδιο συνέβη και την επόμενη ημέρα.

(Ιστορίαι Ηροδότου, 1875)

Η ΤΡΙΤΗ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΜΑΧΗΣ

Στο στρατόπεδο των Περσών υπήρχε μεγάλη ηττοπάθεια, καθώς οι Έλληνες κατόρθωναν το ακατόρθωτο, να αποκρούσουν μία τόσο πολυπληθή δύναμη με ελάχιστες απώλειες στη δική τους πλευρά.

Δυστυχώς, όμως, τον Ξέρξη προσέγγισε ένας άνδρας από τη Μηλίδα (σύμφωνα με άλλη εκδοχή Σπαρτιάτης), ο Εφιάλτης, γιος του Ευρύδημου. Ο Εφιάλτης ελπίζοντας σε μια γενναιόδωρη ανταμοιβή, αποκάλυψε στον βασιλιά το σχετικά το μονοπάτι που οδηγούσε πάνω από τα βουνά στις Θερμοπύλες, προκαλώντας έτσι τον όλεθρο των Ελλήνων που κρατούσαν το πέρασμα. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Ξέρξης εκμεταλλεύτηκε αυτή την αποκάλυψη και ανέθεσε αμέσως την αποστολή στον Υδάρνη με τα στρατεύματα που αυτός διοικούσε.

ΕΠΙΓΡΑΜΜΑ (πηγή: Κορμάζου Παρασκευή)

Νωρίς τα ξημερώματα οι Πέρσες βρίσκονταν στην κορυφή της ράχης του μονοπατιού, όταν τους αντιλήφθηκαν οι Φωκείς που φρουρούσαν το μονοπάτι με χίλιους άνδρες. Οι Φωκείς ειδοποίησαν τον Λεωνίδα, ο οποίος τους προέτρεψε να εγκαταλείψουν τη μάχη γνωρίζοντας το πόσο δύσκολη ήταν η θέση πια των Ελλήνων.

Αμέσως συγκλήθηκε πολεμικό συμβούλιο στο στρατόπεδο των Ελλήνων με τις απόψεις να διίστανται.  Άλλοι υποστήριζαν ότι δεν έπρεπε να εγκαταλείψουν τη θέση τους κι άλλοι το αντίθετο. Το αποτέλεσμα ήταν ο στρατός να διαιρεθεί. Τελικά ο ίδιος ο Λεωνίδας έδιωξε τα υπόλοιπα στρατεύματα. Γνώριζε το τέλος του που πλησίαζε, καθώς, σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, πριν τον πόλεμο είχε λάβει έναν χρησμό από το μαντείο των Δελφών. Έτσι, με διαταγές του Λεωνίδα, τα συμμαχικά στρατεύματα εγκατέλειψαν τη θέση τους κι έφυγαν όλοι, εκτός από τους Θεσπιείς και τους Θηβαίους.

Το πρωί ο Ξέρξης έκανε μια σπονδή στον ανατέλλοντα ήλιο και άρχισε την επίθεση. Οι Έλληνες, σύμφωνα με τις διαταγές του Λεωνίδα και γνωρίζοντας ότι βάδιζαν σε βέβαιο θάνατο, εμφανίστηκαν στο πλατύτερο σημείο του περάσματος, πολύ πιο μπροστά από κει που πολεμούσαν τις προηγούμενες ημέρες. Επιστράτευσαν όλο τους το θάρρος και πολέμησαν με γενναιοψυχία σε μία άνιση μάχη. Σκοτώθηκαν όλοι, ανάμεσά τους και ο ήρωας Λεωνίδας.

Αν δεν είχε προηγηθεί η προδοσία του Εφιάλτη, το αποτέλεσμα θα ήταν μία πολύ μεγάλη νίκη των Ελλήνων. Ωστόσο, ο στρατός των Ελλήνων περικυκλώθηκε. Ο Λεωνίδας αντιστάθηκε σθεναρά με τους 300 Σπαρτιάτες και του 700 Θεσπιείς. Η λακωνική φράση «Μολών λαβέ», έμελλε να μείνει στην ιστορία ως άσβεστη θύμηση της ανδρείας και της αυτοθυσίας τους.

Οι επισκέπτες μπορούν και σήμερα να θαυμάσουν το άγαλμά του και  την επιτύμβια στήλη με το κορυφαίο επίγραμμα του Σιμωνίδη του Κείου: «Ὦ ξεῖν’, ἀγγέλλειν Λακεδαιμονίοις, ὅτι τῇδε κείμεθα τοῖς κείνων ῥήμασι πειθόμενοι», δηλαδή «Διαβάτη, να λες στους Λακεδαιμόνιους, ότι σ’ αυτήν εδώ τη γη βρισκόμαστε πεσμένοι, έχοντας υπακούσει στα προστάγματά τους».

 (Ιστορίαι Ηροδότου, 1875)